Θα ήταν η τελευταία φορά που θα ταξιδεύαμε ψηλά.Οι μουσικές θα ήταν χαμογελαστές σαν τα κορίτσια λίγο πριν τον πρώτο έρωτα και δεν θα υπήρχαν γέφυρες και φόβοι.Θα βλέπαμε τα χρώματα των φεγγαριών και θα μου κράταγες σφιχτά τα χέρια. Ο άλλος δεν θα υπήρχε στο μυαλό μας και θα ακούγαμε για μία και μοναδική φορά κάτι καθόλου σπαραχτικό.Μέχρι το επόμενο τραγούδι.Και μέχρι το προηγούμενο
Περνάγαμε ανάποδα
ήρεμα εκεί πέρα, όλοι φορούσαν κορδέλλες στα μαλλιά κι ο αέρας φυσούσε από
αλλού.Μου υποσχέθηκες να φύγουμε σε λίγο.Μαλάκα μου σε βλέπω, φοβάσαι ν'αφήσεις αυτό που σε σκοτώνει,παράτα το,χώσου μαζί μου εδώ μέσα κι άρπα τις λέξεις, κάρφωσέ τες
βαθειά στο χτύπημα των ήχων και πάμε να φύγουμε γρήγορα όσο προς τα κάτω
γίνεται.
Η κόλαση είναι
μπλέ, κάνε κλικ, τι δεν καταλαβαίνεις;
Μωρό μου χτες κοιμήθηκα με άλλον, άσε τα ερωτηματικά και τους κώδικες,ξέρω πως είναι οι λέξεις μου που σου πήραν τα μυαλά.Σου βγάζω τη γλώσσα κι εσένα και στη θρησκεία σου.Είμαι πέρα από τα μαθηματικά σου και το χρώμα μου είναι αυτό που μας έφερε εδώ.Πάρε την αλήθειά μου,εκεί στη γειτονιά σου κι άκου αυτό
Εγώ.Βαμμένη τυφλή λίγες μέρες νωρίτερα.Τη στιγμή που εξερευνούσα την αλήθεια στους χάρτες αυτής της γαμημένης διαδρομής Cloud-Buenos Aires που έχει στοιχειώσει κι εμένα και τη μουσική μου.Σου λες ψέματα κι εγώ συνεχίζω να ακούω ήχους που μου θυμίζουν εκείνο το βράδυ που είμασταν κρεμασμένοι όταν ακούγαμε το Time To Pretend κι ετοιμαζόμασταν να τελειώσουμε αυτήν την άγονη ιστορία.Αυτό σου θυμίζει.Ξανάκουσέ το
#16
The Journey To The Centre Of The Truth.Beards, Wives,Denim- Pond
Αγάπησα πρώτα τον Paul. Η αλήθεια ήταν ότι τον αγάπησα μόνο από τις λέξεις του, ειδικά εκείνες που μιλάγανε για την άθλια βροχή και τις λάσπες της. Μετά κατάλαβα ότι αυτός αγαπούσε άλλον
Τον γνώρισα κι αυτόν Τότε είδα τα πρόσωπα και των δύο
Στο πρόσωπο του ενός βρήκα τα σύννεφα και στου αλλουνού κατανόησα το φόνο
Μεθάγαμε ανάμεσα στα μέρη μας, ψηλά Εκεί που τα καράβια έβγαζαν φτερά για να φτάσουν Ακούγαμε μόνο μουσικές αρχέγονες και άγριες
Τις έπαιζαν άνθρωποι που ήθελαν να είναι μαζί μας
Δεν γελάγαμε ποτέ, ξέραμε ότι μια μέρα Αυτός ο βρωμερός έρωτας θα μας πεθάνει.
Κάποτεομικρόςέγραψε
'The spine is a bit red; and the whole thing has a smell
Strangely horrible;you notice especially
Odd details you'd have to see with a magnifying glass' Τον πήρα αγκαλιά, του είπα 'μη φοβάσαι΄κι εκείνος αφέθηκε
Να κάνει το δικό του crowd surfing την ώρα που έτρωγε τη σφαίρα
Που έκανε τον Αρθούρο ποιητή και τον ποιητή φονιά
10 November 2012: joyeux anniversaire à Arthur Rimbaud
Οι αυθεντικοί στίχοι στα γαλλικά κι όλο το ποίημα είναι εδώ
Ειδικά όταν φυσάει ο Νοτιάς του Οκτώβρη χτυπάνε επαναστάσεις, αλλαγές και νομίζω ότι ο κόσμος ζεσταίνεται. Λίγο πριν ξεκινήσει αυτό που λένε Ινδιάνικο Καλοκαίρι η ελάχιστη τεστοστερόνη που μου άφησε το φύλο μου μου γαμάει το μυαλό και το χειρότερο μου το παίρνει από το χέρι και με ξανακατεβάζει εκεί που μόνο εγώ δεν πρέπει να είμαι. Μισό λεπτό. Ίσως τίποτα δεν γίνει κατανοητό αν δεν βάλεις αυτό που θες ν' ακούσεις και τολμήσεις παρακάτω:
Especially
when the October wind
With frosty
fingers punishes my hair,
Caught by
the crabbing sun I walk on fire
And cast a
shadow crab upon the land,
By the
sea's side, hearing the noise of birds,
Hearing the
raven cough in winter sticks,
My busy
heart who shudders as she talks
Sheds the
syllabic blood and drains her words.
Shut, too,
in a tower of words, I mark
On the
horizon walking like the trees
The wordy
shapes of women, and the rows
Of the
star-gestured children in the park.
Some let me
make you of the vowelled beeches,
Some of the
oaken voices, from the roots
Of many a
thorny shire tell you notes,
Some let me
make you of the water's speeches.
Behind a
pot of ferns the wagging clock
Tells me
the hour's word, the neural meaning
Flies on
the shafted disk, declaims the morning
And tells
the windy weather in the cock.
Some let me
make you of the meadow's signs;
The signal
grass that tells me all I know
Breaks with
the wormy winter through the eye.
Some let me
tell you of the raven's sins.
Especially
when the October wind
(Some let
me make you of autumnal spells,
The
spider-tongued, and the loud hill of Wales)
With fists
of turnips punishes the land,
Some let me
make you of the heartless words.
The heart
is drained that, spelling in the scurry
Of chemic
blood, warned of the coming fury.
By the
sea's side hear the dark-vowelled birds.
Τώρα βγες λίγο από την πόρτα των εύκολων εφαρμογών κι άνοιξε μιά κλειδαρότρυπα σε αυτό που θάθελες να ζούσες. *Για τον ποιητή και τον ψεύτη
Πάρε το μολύβι που δεν έχεις κι έλα να ζωγραφίσουμε μαζί Τα όνειρα που νομίζεις πως θα κάνεις δεν υπάρχουν χωρίς το χρώμα Πάρε αυτό που θέλω ν'ακούσεις Κάτσε στο τραπέζι της γωνίας και δες τον κόσμο με το κεφάλι απαλά αφημένο στον αέρα μου Τα όνειρα που νομίζεις πως θα κάνεις υπάρχουν μέσα στο χρόνο Ταξιδεύουν μπροστά Σαν το έπος που έρριξαν στο δρόμο. Μετά θα διαβάσουμε μαζί Χριστιανόπουλο Θα παίζει τη μουσική που του αρέσει Και θα ξυπνήσουμε στην Όμορφη Πόλη #not?
Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τα παιδιά που πήγαν άπατα, στο τρίγωνο του Ιστορικού Κέντρου, με βερμούδες.
Στα πρώτα χρόνια της LifO, ηθελημένα και συστηματικά, προβάλλαμε τα έργα και τις ημέρες των hipsters. Ήταν το πιο ζωηρό πράγμα της Αθήνας και ήταν οι περισσότεροι φίλοι μας. Το πράγμα, βέβαια, κάπου έμπαζε. Τα παιδιά ήταν εντάξει, ξύπνια, όμορφα, φανατικά για νέα πράγματα –αλλά τα έργα τους, για να το πω κομψά, δεν ήταν και για χόρταση: κάτι αναιμικές απόπειρες με ενδιαφέρον στάιλινγκ.
Το γεγονός ότι τόσος θόρυβος που δημιουργήθηκε δεν άφησε πίσω του ούτε ένα διαχρονικό τραγούδι, ούτε μια αξιομνημόνευτη εικόνα, κάτι ασφαλώς έχει να πει. Εκτός κι αν όλα γίνονταν για τη φάση της στιγμής. Που δεν νομίζω.
Υπήρχε πολλή σπουδαιοφάνεια και έπαρση στη hip σκηνή, πολλή θεωρία πίσω από κάθε μικρή χειρονομία. Ένιωθες ότι ανοίγεται το παραπέτασμα του ναού κι εμείς, τα media, κράζαμε Ωσαννά!
Πόσοι Ρεμπώ του Κέντρου δεν παρελάσανε από τις καημένες τις σελίδες μας, πόσοι Μπέηκον, πόσοι Radiohead! Και με τι τουπέ!
Καθώς περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια, άρχισε κι η σκηνή να απομαγεύεται. Αρχίσανε και τα παιδιά να εκδηλώνονται – εννοώ να τα βλέπουμε σε όλους τους αναβαθμούς του χαρακτήρα τους (όχι ότι ενδιαφέρει, αλλά, όσο να ‘ναι, σε επηρεάζει).
Eίχαν το στυλ του αποσυνάγωγου, του ερημίτη, του αγνού αντικαταναλωτή, ωστόσο ήταν μανούλες στο self promotion. Σχεδόν όλοι. Έκαναν τους ξαφνιασμένους από τη σκληρότητα της κοινωνίας, τους εν δυνάμει ποιητές που παίζουν τα τρυφερά τους βινύλια κάτω από τη συκομουριά του Πίτερ Παν, αλλά ήταν σχεδόν όλοι κιλεράκια, υπολογιστικοί στο έπακρον, μόνοι καβάλα στ’ άλογο.
Και επίσης, ενώ έκαναν τους ψαγμένους, ήταν στα βασικά αμόρφωτοι. Αδιάβαστοι. Όχι Όμηρο και Σαίξπηρ δεν ήξεραν, αλλά ούτε καν τον Σταντάλ και τον Φλωμπέρ, που τους συμπεριλαμβάνει. Αντιθέτως, είχαν αποστηθίσει οτιδήποτε περνιέται για σκοτεινό και απρόσιτο - μόνο αυτοί το έχουν ανακαλύψει, μόνο αυτοί το έχουν προσκυνήσει, μόνο αυτοί έχουν συλλάβει άμωμα τον μυστικό καυλό του. Ακόμα και ο λόξυγκας κάποιου που εσύ ΔΕΝ ήξερες, αρκούσε για να είναι "συγκλονιστικός, man". Λόξυγκες που τους πήρε ο άνεμος.
Σέβομαι τις εκκεντρικότητες κι έτσι έκανα τα στραβά μάτια όταν άκουγα ότι κάποιος που του παίρναμε συνέντευξη για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή του (επειδή έχει κολλήσει δέκα αυτοκόλλητα σε τοίχους ή επειδή ενδέχεται να ολοκληρώσει το ορατόριό του και άμποτες να το ανεβάσει στο bandcamp) δεν ήθελε να δείξει το πρόσωπό του, όπως η Γκρέτα Γκάρμπο. Γιατί; Διότι είναι εξαιρετικά πολύτιμος! Τον κυνηγάει το FBI, αφότου έκαψε έναν κάδο γωνία Στουρνάρη και Πατησίων. Περιφρονεί τις αστικές φυλλάδες. Κρύβει μια κάποια θλίψη, όπως ο Σάλιντζερ.
Αλλά δεν ήταν αυτά που με έκαναν να μην κάνω τα στραβά μάτια πια και να πιστέψω ότι η φάση αργοσβήνει ή έσβησε. Ούτε καν η ελαφρά απώθηση, όταν τους είδα όλους να ομογενοποιούνται: όλοι μούσι, όλοι σπαστά ποδήλατα, όλοι skinny jean, όλοι γυαλαμπούκες κ.λπ. Ήταν η κρίση. Στο νεο περιβάλλον που διαμορφώθηκε, οι hipsters φάνηκαν αφόρητα παλίμπαιδες, απολίτικοι έως κυνισμού, άλαλα φλωράκια της καλλιγραφίας (αν και γεμάτοι τατουάζ).
Κι αφότου τα λεφτά σωθήκανε και το χαρτί ακρίβυνε, σκέφτεσαι δυο φορές σε ποιον θα δώσεις τον λόγο να μιλήσει.
Όταν επιτέλους μου ζήτησες να έρθω σπίτι σου εκείνο το βράδυ ήξερα αμέσως τι θα συμβεί. Με ρώτησες τι θάθελα να έχεις και χαμογέλασα κρυμμένη πίσω από την οθόνη του laptop μου ζητώντας μόνο πάγο. Βρήκα ένα κουτί της Drinkworks που μου είχε ξεμείνει από ένα παλιό δώρο που μου είχαν κάνει κι έβαλα μέσα όλα όσα χρειαζόμασταν: μιά κόκκινη πετσέτα, ένα μεγάλο βότσαλο που είχα κλέψει κάποτε από μια παραλία,δύο ποτήρια και τα βασικά για μαργαρίτες, αλάτι, ζάχαρη,ένα μεγάλο κομμάτι πικρή,σκούρα σοκολάτα και χοντρούς κόκκους μαύρο πιπέρι. Πήρα ταξί κι ήρθα στην ώρα μου. Έβαλα τα πράγματα στο τραπέζι της κουζίνας- νομίζω ότι τώρα ήξερες κι εσύ. Σου ζήτησα να περάσεις το αλάτι και τη ζάχαρη στο στόμιο των ποτηριών καθώς εγώ έφτιαχνα το μίγμα σε μια κανάτα που βρήκα στο ντουλάπι σου- πρέπει να έμενες μόνος πολύ καιρό-.Πήρα την κόκκινη πετσέτα,τύλιξα μέσα της τον πάγο και τον θρυμμάτισα με το μαύρο βότσαλο. Σε έβαλα να σερβίρεις τα ποτά ενώ έλιωσα τη σοκολάτα στο μπρίκι του καφέ σου- δεν σε φανταζόμουν να πίνεις ελληνικό αλλά προφανώς είχες κι εσύ ένα μπρίκι όπως έχουν όλοι.Την ανακάτεψα με τους κόκκους από το πιπέρι κι έβαλα μέσα το δεύτερο δάκτυλο του δεξιού μου χεριού. Την ώρα που σε πλησίαζα είδα στο βλέμμα σου την αγωνία για εκείνο το βράδυ.Ήξερες καλύτερα από εμένα πόσο παράταιρη ήταν αυτή η συνάντηση, πόσο δεν έπρεπε ποτέ να συμβεί, πόσο λάθος ήταν να έρθουν τα πράγματα έτσι. Σου έβαλα το δάκτυλο με την καυτή σοκολάτα στα χείλια χαϊδεύοντάς τα.Γέλασα καθώς το πιπέρι σου έκαιγε τη γλώσσα και πήρα κι εγώ λίγο από σένα. Από δίπλα κάποια παιδιά κάνανε πρόβες ένα κομμάτι,κάτι σε post punk.Ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόμουνα σαν soundtrack. Και έτσι κύλησε η νύχτα μέ αλάτι, ζάχαρη, πιπέρι, πικρή σοκολάτα και πολύ αλκοόλ.
Είχα χωθεί πάλι εκεί μέσα κι έπαιζα αυτά που παίζω πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις.
Είχε πιάσει ζέστη κάτω κι οι άνδρες είχαν αρχίσει να βγαίνουν με λευκές φανέλλες κι ιδρωμένα μέτωπα. Στον Βράχο έψαξα μέρος να κοιτάω απέναντι.Είχαμε στα χέρια μας κομμάτια από το ημερολόγιο του Albert, σειρά-σειρά,λωρίδες ολόκληρες να ανεμίζουν στον αέρα που ερχόταν από τον Ατλαντικό.Κάτσαμε σε ένα βρώμικο καφενείο γεμάτο Αλγέριους ψαράδες. Ήσουν πολύ αταίριαστος εκεί και χρειάστηκε να καλύψω εγώ τις γυναικείες σου κινήσεις. Φοβήθηκες
Παίξτο ξανά- πιό δραματικά, βάλε στο τριακοστό ένατο λεπτό αυτό . Σε κοίταγα ανάμεσα στα νερά, δεν υπήρχε μουσική να ακούσω, άρχισα να καταλαβαίνω πως ανάμεσα σε σένα, εμένα και την πραγματικότητα δεν υπήρχε ούτε ένα active link, όλα ήταν βασισμένα στο πάχος των σύννεφων που μας φιλοξένησαν και τις λέξεις που κωδικοποιούσαν αυτά που λέγαμε για να μην μας καταλαβαίνουν οι άγγελοι δίπλα μας. Σιγά σιγά, η εικόνα σου άρχισε να θολώνει, έγινε password στους λογαριασμούς μου κι οι όρκοι μου χώθηκαν μέσα σε ερωτηματικά.Η σκηνή έχασε το χρώμα της και αποφάσισα να πιάσω κουβέντα με τους διπλανούς μου.